Ecology and conservation of the Balkan chamois (Rupicapra rupicapra balcanica) in Greece

View at publisher
Authors: Konstantinos Papakostas
Cited by: 0

Abstract

Το Βαλκανικό αγριόγιδο (Rupicapra rupicapra balcanica) είναι ένα εμβληματικό ορεινό οπληφόρο και ένα από τα επτά υποείδη του Βορείου αγριόγιδου (R. rupicapra). Η Ελλάδα αποτελεί το νοτιότερο όριο της ευρωπαϊκής του εξάπλωσης. Παρότι η εθνική νομοθεσία προστατεύει το είδος και απαγορεύει το κυνήγι από το 1969, το υποείδος διατηρεί κακό καθεστώς διατήρησης. Η λαθροθηρία, η ανάπτυξη οδικού δικτύου και το κυνήγι άλλων θηρεύσιμων ειδών αποτελούν τις κύριες απειλές, ενώ ο ανταγωνισμός με την κτηνοτροφία, ο τουρισμός, τα μεταλλευτικά έργα, η γενετική απομόνωση και η κλιματική αλλαγή προσθέτουν επιπλέον πίεση. Η Ελλάδα έχει εγκρίνει σχέδιο δράσης για το είδος, το οποίο δεν έχει ακόμη εφαρμοστεί. Για να συμβάλει σε αυτό το σχέδιο και να ενισχύσει τις προσπάθειες διατήρησης, η παρούσα διατριβή εξετάζει βασικές οικολογικές πτυχές του Βαλκανικού αγριόγιδου στην Ελλάδα. Αξιολόγησε την εποχική χρήση χώρου και την επιλογή ενδιαιτήματος σε δύο βουνά με διαφορετικές κλιματικές συνθήκες (ξηρό/υγρό), ανέλυσε τα ημερήσια και εποχικά πρότυπα δραστηριότητας, παρήγαγε χάρτη καταλληλότητας ενδιαιτήματος και ποσοτικοποίησε την πιθανή απώλεια ενδιαιτήματος που προκαλούνται από την κλιματική αλλαγή και την ανάπτυξη ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Παράλληλα, συνέθεσε την υπάρχουσα γνώση για το ζωτικό χώρο (home range) και την επιλογή ενδιαιτήματος τόσο για το Βόρειο όσο και για το Νότιο αγριόγιδο (R. pyrenaica). Στον Όλυμπο, συλλέξαμε 1,182 παρατηρήσεις αγριόγιδου κατά τη διάρκεια τεσσάρων εποχικών καταγραφών το 2022 και το 2023 και εκτιμήσαμε το μέγεθος του πληθυσμού. Η ετήσια περιοχή χρήσης (annual range) έφτασε τα 103 km². Η μικρότερη περιοχή χρήσης καταγράφηκε το φθινόπωρο κατά την περίοδο αναπαραγωγής, ακολούθησε το καλοκαίρι, ενώ η μεγαλύτερη καταγράφηκε τον χειμώνα. Το είδος έδειξε «Μεσογειακό» πρότυπο χρήσης χώρου, γεγονός που υποδεικνύει ότι η θερινή ξηρασία λειτουργεί ως κύριος οικολογικός στρεσογόνος παράγοντας. Ο πληθυσμός αριθμούσε περίπου 430 άτομα και εμφάνισε αυξητική τάση, αν και η γονιμότητα παρέμεινε χαμηλή το 2022. Η ανάλυση προτίμησης ενδιαιτήματος έδειξε ότι τα αγριόγιδα επέλεγαν περιοχές κοντά σε μονοπάτια πεζοπορίας καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους, πιθανότατα λόγω εξοικείωσης (habituation) με τους ορειβάτες, και απέφευγαν τους ορεινούς δρόμους, κάτι που συμφωνεί με στρατηγικές μείωσης του κινδύνου λαθροθηρίας. Επίσης, επέλεγαν βραχώδεις περιοχές και περιοχές διαφυγής (escape terrain), ιδιαίτερα την άνοιξη και τον χειμώνα. Τα ευρήματα αυτά βελτιώνουν τις προσεγγίσεις για τον εντοπισμό του escape terrain και τη χαρτογράφηση κατάλληλου ενδιαιτήματος και υποστηρίζουν διαχειριστικά μέτρα όπως ο έλεγχος ορεινών οδών, η παροχή νερού σε ξηρά βουνά, η ρύθμιση της επισκεψιμότητας, δράσεις κατά της λαθροθηρίας και η επέκταση περιοχών χωρίς κυνήγι.Στην Οίτη, καταγράψαμε 652 εμφανίσεις αγριόγιδου το 2023 σε περιοχή μελέτης 156 km². Οι εποχικές περιοχές χρήσης και οι πυρήνες (core areas) παρουσίασαν μικρή μεταβολή και ισχυρή χωρική επικάλυψη, κάτι που υποδεικνύει ελάχιστη εποχική μετακίνηση. Μετά την ανάλυση καταλληλότητας ενδιαιτήματος, βρέθηκαν 12,2 km² κατάλληλου ενδιαιτήματος και το 28% αυτής της έκτασης βρισκόταν εκτός του δικτύου Natura 2000. Τα αγριόγιδα χρησιμοποιούσαν δασικές εκτάσεις σε όλες τις εποχές και αύξησαν τη χρήση ορεινών λιβαδιών το καλοκαίρι και το φθινόπωρο. Οι μεταβλητές ανθρώπινης όχλησης είχαν τη μεγαλύτερη επίδραση στην καταλληλότητα ενδιαιτήματος. Το είδος απέφευγε σταθερά περιοχές κοντά σε κτηνοτροφικές μονάδες, δρόμους και περιοχές με κυνήγι. Οι σχεδιαζόμενοι αιολικοί σταθμοί θα οδηγούσαν σε απώλεια 17% του κατάλληλου ενδιαιτήματος και πιθανότατα θα μείωναν την περιοχή χρήσης του πληθυσμού, ενώ η επίδραση των προτεινόμενων μικρών υδροηλεκτρικών μονάδων παραμένει αβέβαιη. Τα αποτελέσματα αυτά αναδεικνύουν την ανάγκη περιορισμού των υποδομών και της οδοποιίας μέσα σε κατάλληλο ενδιαίτημα, επέκτασης προστατευόμενων περιοχών και καταφυγίων άγριας ζωής, και ρύθμισης της κτηνοτροφικής πίεσης, σε συμφωνία με το εθνικό σχέδιο δράσης. Παρότι τα αγριόγιδα είναι ευρέως κατανεμημένα στην Ευρώπη και σε τμήματα της Ασίας (δέκα υποείδη), οι μελέτες για την κατανομή τους και την επιλογή ενδιαιτήματος αποτελούν λιγότερο από το 10% της βιβλιογραφίας για το γένος, ενώ η υπάρχουσα έρευνα εστιάζει δυσανάλογα στο Αλπικό αγριόγιδο (R. r. rupicapra). Διερευνήσαμε τα πρότυπα ζωτικού χώρου και τους παράγοντες της επιλογής ενδιαιτήματος, τις τάσεις στις μεθόδους συλλογής δεδομένων και τα εργαλεία ανάλυσης, καθώς και τα ερευνητικά κενά. Πραγματοποιήσαμε συστηματική αναζήτηση (οδηγίες PRISMA) και μετα-ανάλυση των δημοσιευμένων, αγγλόφωνων άρθρων που παρείχαν ποσοτικά δεδομένα για μέγεθος ζωτικού χώρου ή επιλογή ενδιαιτήματος, συνολικά 22 μελέτες από 16 περιοχές μελέτης. Η γνώση προερχόταν κυρίως (68% των μελετών) από το Αλπικό υποείδος. Επτά υποείδη παραμένουν ανεπαρκώς μελετημένα (0–1 μελέτη το καθένα). Η τηλεμετρία και οι παρατηρήσεις πεδίου ήταν οι κύριες μέθοδοι συλλογής δεδομένων για τις μελέτες ζωτικού χώρου και επιλογής ενδιαιτήματος, αντίστοιχα. Οι ετήσιες τιμές ζωτικού χώρου ήταν μικρές αλλά παρουσίασαν μεγάλη διακύμανση (0,04–4,94 km²), ανάλογα με το φύλο (μεγαλύτερες στα αρσενικά), τη συμπεριφορά διασποράς (μεγαλύτερες σε μετακινούμενα αρσενικά) και την εποχή. Η ανάλυση επιλογής ενδιαιτήματος (24 παράγοντες, 452 περιπτώσεις) έδειξε ότι η τοπογραφία (υψόμετρο, κλίση, escape terrain) και η ανθρώπινη όχληση (κυνήγι, υποδομές, μονοπάτια πεζοπορίας, κτηνοτροφία) επηρέασαν την επιλογή ενδιαιτήματος. Η χρήση βραχωδών, λιβαδικών και δασικών ενδιαιτημάτων εξαρτιόταν από την εποχή, ενώ οι περιοχές με χιόνι/πάγο γενικά αποφεύγονταν. Τονίζουμε την ανάγκη για περισσότερη έρευνα σε υπο-εκπροσωπούμενα και απειλούμενα υποείδη, καθώς και για τις αποκρίσεις του αγριόγιδου σε μεταβλητές σχετικές με την ανθρώπινη όχληση και το κλίμα, ώστε να βελτιωθεί η διατήρηση του είδους υπό τις συνθήκες παγκόσμιας αλλαγής. Επιπλέον, πραγματοποιήσαμε την πρώτη αξιολόγηση των προτύπων δραστηριότητας του βαλκανικού αγριόγιδου στην Ελλάδα με χρήση camera traps, με έμφαση σε πιθανές διαφορές μεταξύ δασικών και ανοιχτών ενδιαιτημάτων. Τοποθετήσαμε 49 κάμερες παγίδες στην οροσειρά της Πίνδου (2015–2020), στοχεύοντας περιοχές με υψηλή παρουσία αγριόγιδου. Τριάντα εννέα κάμερες παρείχαν αξιοποιήσιμα δεδομένα (6.152 ημέρες). Ποσοτικοποιήσαμε τον Relative Abundance Index (RAI) και αναλύσαμε εποχικά και ημερήσια πρότυπα δραστηριότητας βάσει ανεξάρτητων φωτογραφικών γεγονότων. Τα αγριόγιδα έδειξαν υψηλό RAI (43), με ημερήσια δραστηριότητα από 09:00 έως 21:00 και κορύφωση στις 11:00. Χρησιμοποιούσαν τόσο δασικές όσο και ανοιχτές περιοχές, αλλά δεν εντοπίσαμε ουσιαστικές διαφορές στα πρότυπα δραστηριότητας μεταξύ των δύο τύπων ενδιαιτήματος. Η νυχτερινή δραστηριότητα ήταν γενικά χαμηλή, αλλά αυξήθηκε το φθινόπωρο, ταυτόχρονα με την περίοδο αναπαραγωγής. Προτείνουμε στο μέλλον συστηματική ανάπτυξη δικτύου camera traps ώστε να αξιολογηθεί η επικάλυψη δραστηριότητας με συμπάτρια είδη (sympatric species) και οι επιδράσεις της ανθρώπινης όχλησης στη συμπεριφορά του αγριόγιδου.

Fields of Study & Subjects

Wildlife Ecology and Conservation Wildlife-Road Interactions and Conservation Animal Ecology and Behavior Studies

Publication details

Publication date
1 February 2026
Language
EL
Document type
Thesis